28.5.08

ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ;

Λίγοι, ασφαλώς, γνωρίζουν ότι η πρώτη νεοελληνική εργασία για την Άλωση, εκδόθηκε το 1890. Ο συγγραφέας της, Α. Γ. Πασπάτης, γεννήθηκε στη Χίο το 1814 και πέθανε στην Αθήνα το 1891. Ήταν γιατρός, ιστορικός, γλωσσολόγος, μελετητής, αρχαιολόγος. Διασώθηκε από τη σφαγή της Χίου (1822) και κατέφυγε μετά από πολλές περιπέτειες στο εξωτερικό, όπου κατάφερε να σπουδάσει (Βοστόνη, Λονδίνο, Πίζα, Παρίσι) και να διαπρέψει. Το 1840 εγκαταστάθηκε στην Κων/πολη, όπου έμεινε μελετώντας την για 30 ολόκληρα χρόνια.

Η προσέγγιση του Πασπάτη στο γεγονός της άλωσης είναι πραγματικά πρωτότυπη. Ρί­χνει το βάρος του στη διασάφηση στοιχείων καθοριστικών στην εξέλιξη της πολιορ­κίας, τα οποία οι προγενέστεροι ιστορικοί (Έλληνες και ξένοι) είτε αγνόη­σαν παντελώς, είτε διαστρέβλωσαν λόγω αμάθειας ή ελλιπούς μελέτης και έρευνας. Πέ­ρα απ’ τη λεπτομερέστατη αναφορά στον αριθμό των αντιπάλων, τον οπλισμό τους και τη στρατηγική που ακολούθησαν, προχωρά στην όσο το δυνατόν ακριβέστερη περιγραφή και ταύτιση των τόπων όπου έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ρίχνοντας έτσι φως σε πο­λυάριθμα σκοτεινά σημεία, απαντώντας σε πλείστες απορίες. (Σημαντική και η αναφο­ρά του σε ονομασίες και τοπωνύμια στα τουρκικά και στα ελληνικά, που πριν την έκδοση του έργου του προκαλούσαν σύγχυση στους μελετητές). Καταγράφει με λεπτομέρειες τη θέση και την κατάσταση των παραλίων και χερσαίων οχυ­ρωμάτων και τειχών που περιέβαλλαν την Κων/πολη και καταδεικνύει την τε­ράστια σημασία τους στην τροπή των γεγονότων. Ποιος γνώριζε για παράδειγμα ότι οι τούρκοι έβαλλαν αδιάκοπα και μάλιστα με το μεγάλο τηλεβόλο τους, μόνο κατά των βο­ρείων τειχών της πύλης του Αγίου Ρωμανού λόγω της κατωφέρειας της θέσης της, που την καθιστούσαν ευπρόσβλητη; Ποιος γνώριζε (πριν την εργασία του Πασπάτη) ότι η προ του τείχους τάφρος είχε μείνει χωρίς νερό; Ποιος γνώριζε, τι ακριβώς συνέβη κι έμεινε ανοικτή η Κερκόπορτα, με αποτέλεσμα να εισβάλουν οι Οθωμανοί;

Με την ίδια σαφήνεια ο Πασπάτης μας μεταφέρει και το κλίμα της εποχής εκείνης, την περιρ­ρέουσα ατμόσφαιρα, την ακριβή εικόνα, τί δηλαδή προηγήθηκε της άλωσης, ποιος ήταν ο ρόλος των σημαινόντων προσώπων, των Ευρωπαίων, των άλλων εθνοτήτων που ζούσαν τότε στην Πόλη, καθώς και το τί ακολούθησε μετά την άλωση. Εκείνη την εποχή, η Ευρώπη ήταν βυθισμένη στην αναρχία και τον αλληλοσπαραγμό, αγνοώντας παντελώς την κατάσταση που επικρατούσε στο Βυζάντιο. Έπρεπε ν’ ακoλoυθήσει η σύληση των μεγαλοπρεπών κτηρίων και μνημείων της Πόλης (για την οποία θρήνησε ακόμη και ο Μωάμεθ), η αρπαγή και αποστολή στην Ευρώπη αναρίθμητων καλλιτεχνημάτων και αρχαίων χει­ρογράφων και η προσφυγιά χιλιάδων λογίων, για να συγκινηθούν οι «εν Χριστώ αδελφοί μας» Δυτικοί.

Από την άλλη πλευρά, η άλλοτε κραταιά (μέχρι το 10ο αιώνα) Βυζαντινή Αυτοκρατορία αγωνίζονταν με ελάχιστους μαχητές να συγκρατήσει και απoκρoύσει τους επιτιθέμε­νους εχθρούς από την Ανατολή (οι ίδιοι οι τούρκοι απόρησαν, όταν διαπίστωσαν μετά την εισβολή τους στην Πόλη ότι η άμυνά της ήταν στα χέρια ελάχιστων πολεμιστών που βρίσκονταν στους πύργους και τα τείχη, ενώ στο εσωτερικό της Πόλης προς μεγάλη τους έκπληξη δεν υπήρχαν άνθρωποι να τους αντισταθούν, αφού μαζί με το Σχολάριο ήταν στην Αγιά Σοφιά, ικετεύοντας το θεό να τους λυπηθεί!). Στην Κων/πολη πριν την άλωση, εκτός από τους Βυζαντινούς, διαβιούσαν Βενετοί και Γενουάτες, εκμεταλλευόμενοι τα προνόμια που τους είχαν παραχωρηθεί κατά καιρούς από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και ελέγχοντας το εμπόριο και τον απόπλου και κατά­πλου των πλοίων στον Εύξεινο Πόντο. Οι Βυζαντινοί από τη μεριά τους είχαν να αντι­μετωπίσουν τις φοβερές εσωτερικές συγκρούσεις, οφειλόμενες προφανώς στη σύγχυση ταυτότητας, από την οποία χαρακτηρίζονταν και που νομοτελειακά τους οδήγησε στην καταστροφή.

Τη στιγμή της μεγάλης απειλής, όπως ιστορεί ο Πασπάτης, κορυφώθηκε και ο λυσ­σαλέος αγώνας μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών. Η νίκη του επερχόμενου κατακτητή ήταν εξασφαλισμένη. Από τη μια μεριά οι ενωτικοί, οι οποίοι ήταν κατά κύριο λόγο οι ελληνίζοντες άρχοντες της Πόλης, με κορυφαίο τον ιδεολόγο Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, αγωνιούσαν για την τύχη της πόλης τους και αναζητούσαν (μάταια βεβαίως) βοήθεια στη Δύση. Η ένωση των Εκκλησιών τους φάνηκε επιβεβλημένη (αν και στην πραγματικότητα η «πίστη» ήταν το τελευταίο θέμα που τους απασχολούσε).­ Από την άλλη οι ανθενωτικοί, υποκινούμενοι από τον κλήρο και μάλιστα τον ανώτερο (Σχολάριος), οδηγήθηκαν με χαρακτηριστική ευκολία στον τέλειο παραλογισμό, χαρακτηρίζοντας τους ενωτικούς «προδότες» και υβρίζοντας (αν και πιστό χριστιανό) το γενναίο αυτοκράτορά τους. (Την αυτοθυσία και αυταπάρνησή του «τίμησαν» φροντίζοντας να μην αναγραφεί πουθενά το όνομά του, αντίθετα με το Σχολάριο, που τιμήθηκε για την «πίστη» του με το διορισμό του ως πατριάρχη από τον κατακτητή).

H δουλοφροσύνη, η εμπάθεια, η αγραμματοσύνη και η έλλειψη κάθε είδους καλλιέργειας, είχαν ως αποτέλεσμα τη διάπραξη εγκληματικών ενεργειών από το φανατισμένο χριστιανικό όχλο των ανθενωτικών. Ποιος μπορεί να ξεχάσει ποτέ την προδοτική στάση του «χριστιανού κι όχι Έλληνα» (κατά δήλωσή του) μεγάλου δούκα Λουκά Νοταρά, ο οποίος αρνήθηκε να στείλει τη­λεβόλα (ενώ διέθετε) στον αγωνιστή Ιουστιανιάνη, που μοχθούσε για την επισκευή των καταπεσόντων τειχών και πολεμικό υλικό, για να μη μπoρέσει να αντιμετωπίσει τους πολιορκητές; Το Νοταρά, που δήλωσε ότι προτιμάει την κατάληψη της Πόλης από την ένωση των Εκκλησιών; Για την εκδούλευση αυτή στους Οθωμανούς ο «ευσεβής» αυτός χριστιανός έγινε δεκτός την επόμενη μέρα της άλωσης από το Μωάμεθ φέροντάς του δώρα (προφανώς για να γιορτάσουν το γεγονός). Διαθέτοντας ασφαλώς περισσότερο ήθος από το Νοταρά ο Μωάμεθ ο Πορθητής διατάζει, σεβόμενος την έννοια του δικαίου και περιφρονώντας βαθιά την ευτέλεια του προδότη, την εκτέλεσή του. Κι όμως οι σημερινοί συνεχιστές των ανθρώπων αυτής της κατηγορίας θα ζητήσουν εκ των υστέρων μερίδιο για την «προσφορά» τους για τη σω­τηρία του ελληνικού έθνους. Για την ακρίβεια το ζητούν ακόμη και σήμερα με περισσή χριστιανική υποκρισία και κομπασμό (στην ανάγκη απειλούν κιόλας...)

Εκείνες τις τρα­γικές ώρες δείγματα γραφής δεν έδωσαν μόνο τα «ορθόδοξα χριστιανικά άνθη» ευλάβειας, αλλά και αυτά της Δύσης, μη τηρώντας τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν απέναντι στον αγωνιζόμενο Παλαιολόγο, να το συνδράμουν στη μάχη κατά των «αλλοπίστων». Με γνήσια χριστιανική ηθική και (απ)ανθρωπιά τις καταπάτησαν όλες με προεξάρχοντα τον Πάπα (Νικόλαο τον Ε΄), ο οποίος κυνικότατα εξεβίασε την υποταγή των Βυζαντινών στη Λατινική Εκκλησία. (Η πλούσια και τόσο ευνοημέ­νη από τους βυζαντινούς Δημοκρατία της Βενετίας, παραχώρησε τάχα προς βοή­θεια δέκα γαλέρες, οι οποίες ουδέποτε κατέπλευσαν στην Κων/πο­λη, αλλά βολτάριζαν στο Αιγαίο σ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας).

Όμως ο κεντρικός άξονας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από την αδυσώπητη μά­χη ανάμεσα στην ελληνικότητα (που εκφράζεται με την μορφή του Παλαιολόγου) και τον ανθελληνισμό της χριστιανοσύνης (οι κάθε λογής Σχολάριοι και Νοταράδες). Ο τραγικός Παλαιολόγος υπονομεύθηκε από το ιερατείο (ως ανάμνηση ελληνικού ήθους και γενναιότητας), καταδιώχθηκε (και καταδιώκεται), σπιλώθηκε (και σπιλώνεται), απομονώθηκε (και απομονώνεται) και αγωνίστηκε μόνος. Ο φθόνος μπροστά στο μεγαλείο εκείνων που αγωνίζονται για μια ιδέα και μόνο, είναι ο ίδιος στο πέρασμα των αιώνων.

Λίγο καιρό πριν την άλωση, σ’ ένα δρόμο της Πόλης, έγινε ένα ασήμαντο σε έκταση, εξαιρετικά όμως σημαντικό σε ενέργεια γεγονός. Η δη­μόσια καύση των έργων του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος.* Μεταξύ των έργων που κάηκαν ήταν και το πρωτότυπο του έργου του «Περί νόμων συγγρα­φής». Σήμερα σώζονται από το έργο αυτό ελάχιστα αποσπάσματα. Πρωτοστάτης της ανίερης αυτής πράξης, που εκτός των άλλων αποτελούσε και την απάντηση όχι πλέον προς τον Παλαιολόγο, αλλά προς τους Έλληνες, ήταν (ποιος άλλος;) ο Σχολάριος. Αυτός πρωτοστάτησε να επέλθει ή άλωση της Πόλης, και επιχειρούσε τώρα με τη δημόσια καύση των έργων του Γεμιστού να δημιουργήσει την αναγκαία γι’ αυτόν φήμη, αλλά και να δώσει στο Σουλτάνο τα απαραίτητα «δείγματα γραφής». Ως εκπρόσωπος του δόγ­ματος αναβίωνε την παλιά παράδοση από την εποχή της πυρπόλησης της Ρώμης, που εδραίωσε στο ρωμαϊκό λαό την πιο φοβερή κατη­γορία εναντίον ενός αυτοκράτορα (Τάκιτος, Χρονικά, 13, βλ. χν 38-44). Η δημόσια καύση των έργων του Πλήθωνα σπίλωσε κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα το γόητρο των Ελλήνων, και ασφαλώς μείωσε το θάρρος τους. (11 αιώνες σκληρών διωγμών των ελληνιζόντων από τη «θρησκεία της αγάπης» κι ο Σχολάριος/Γεννάδιος φοβούνταν ακόμη την αναβίωση του ελληνικού πνεύματος!).

Η περιγραφή των τελευταίων στιγμών της Πόλης από το χρονογράφο της άλωσης Φραντζή (Γεωργίου Φραντζή Χρονογραφία), αποδεικνύει τη μοιρολατρική αναμονή του «θελήματος του θεού δια τας πολλάς αμαρτίας ημών», με την οποία είχε αποβλακώσει το βυζαντινό όχλο η χριστιανική ηττοπαθής προπαγάνδα.** Η μετά από λίγο πτώση ολόκληρου του ελλαδικού χώ­ρου στα χέρια των Τούρκων τερμάτισε την ύστατη εκείνη προσπάθεια αναζωπύρωσης του Ελληνικού λόγου. Ακολούθησαν μετά απ’ αυτό οι πιο σκοτεινοί αιώνες για τους Βυζαντινούς.

Το χαμό τον περίμεναν όλοι. Τόσο εκείνοι που τον προκάλεσαν, όσο και εκείνοι που αγωνίστηκαν, για να τον αποτρέψουν. Ίσως μάλιστα αυτός ο χαμός να απoτελεί και την κάθαρση της «ύβρεως» (είτε αυτή λέγεται θρησκευτική δεισιδαιμονία, είτε λιποψυχία, είτε δειλία, είτε διχόνοια, είτε νωθρότητα, είτε ανοησία). Και ο Παλαι­ολόγος ενσαρκώνει την ανάταση της ψυχής που προκαλεί η κάθαρση. Η χριστιανική μάζα και οι «ηγέτες» της απ’ την άλλη την απέφυγαν επιμελώς και πολύ θλιβερά. Δε στάθηκαν ικανοί ούτε για έναν έντιμο πολιτικό θάνατο.

* στίχοι από τον έκτο λόγο του «Δωδεκάλογου του Γύφτου» του Κωστή Παλαμά:

Έρμη, σκλάβα, πικρή ρωμιοσύνη,
ποιος βαστιέται μ’ αδάκρυτα μάτια
να σε ιδεί; Tι αμαρτίες πληρώνεις;
Στα χρυσά ρηγικά σου παλάτια
γνέθει η αράχνη και μύρεται ο γκιώνης.
Της φωτιάς βιγλάτορες η φωτιά τί καίει εδώ;

Και μου είπαν, «Τρέμε, γύφτε,
και οι άπιστοι όλοι, καίμε
το βιβλίο τ’ αφορισμένο,
το κακούργο, το γραμμένο απ’ το Γεμιστό,
το βιβλίο πού δε θέλει την παρθένο
και δεν ξέρει το Χριστό».

** Κι ήταν οι καιροί που η Πόλη
πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε
και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε
και καρτέραγ’ ένα μακελάρη.
Και καρτέραγε τον τούρκο να την πάρει.
Κωστής Παλαμάς

Α. Γ. ΠΑΣΠΑΤΗ: «Πολιορκία και άλωσις της Κων/πόλεως» Αθήναι 1939, επανέκδοση
Ρένου Αποστολίδη 1995
Γ. (Σ)ΦΡΑΝΤΖΗ: «Το χρονικόν της αλώσεως» Γ. Δημογιάννη, έκδοση ΣΠΑΝΟΣ 1996

2 σχόλια:

Kelsos είπε...

Οφείλω να ομολογήσω ότι το παρόν θέμα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον.

maxos είπε...

Το ενδιαφέρον άρθρο σου που όσον αφορά τη θρησκεία και την πίστη επιβεβαιώνεται από το προηγούμενο νομίζω ότι αποτελεί ένα κεφάλαιο άριστο για διδασκαλία στα σημερινά Ελληνόπουλα.Δεν τρέφω όμως αυταπάτες. Με όλα όσα είδαν τα μάτια μας τον τελευταίο καιρό, στα χωράφια της παιδείας η νύχτα θα διαρκέσει ακόμη για πολύ.